σέμνωμα

τὸ, ΝΜΑ [σεμνῶ]
νεοελλ.
καθετί για το οποίο καυχιέται κανείς, καύχημα, καμάρι («είναι το σέμνωμα τής πόλης του»)
μσν.
στον πληθ. τὰ σεμνώματα
οι μεγάλοι και σπουδαίοι λόγοι
αρχ.
1. μεγαλοπρέπεια
2. αξιοπρέπεια
3. κόσμημα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σέμνωμα — dignity neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέμνωμα — το, ατος καύχημα, εκείνο για το οποίο σεμνύνεται κάποιος: Είναι το σέμνωμα της οικογένειάς του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεμνωμάτων — σέμνωμα dignity neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεμνώμασι — σέμνωμα dignity neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεμνώμασιν — σέμνωμα dignity neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεμνώματα — σέμνωμα dignity neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεμνώματι — σέμνωμα dignity neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεμνώματος — σέμνωμα dignity neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.